Ana içeriğe geç
Sözlük

ανθρωπομάνι

YUNANCA → TR

Tanım

•πλήθος ανθρώπων, λαού, λαομάνι, μπόλικος κοσμάκης που τρέχει στις δουλειές του, κάτι κάνει (όχι ακριβώς η έννοια της λαοθάλασσας, που συνήθως χρησιμοποιείται για συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod