Ana içeriğe geç
Sözlük

ανεμιστήρι

YUNANCA → TR

Tanım

•αντικείμενο που χρησιμοποιείται με το χέρι για να αερίζει το πρόσωπο

Eş & Zıt Anlamlılar

Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod