Ana içeriğe geç
Sözlük

αλευρέα

YUNANCA → TR

Tanım

•είδος παραδοσιακού νηστίσιμου φαγητού που παρασκευάζεται από χοντροαλεσμένο σιτάρι ή κριθάρι σε μορφή πηχτής σούπας, ιδιαίτερα διαδεδομένο σε μοναστήρια
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod