Ana içeriğe geç
Sözlük

ακαβάλητος

YUNANCA → TR

Tanım

•που δεν έχει καβαλήσει ή δεν μπορεί να καβαλήσει κάποιο υποζύγιο (όπως άλογο)
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod