Ana içeriğe geç
Sözlük

αβασκαίνεις

YUNANCA → TR

Tanım

•β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος αβασκαίνω
Menü
Giriş Yap
Premium
Platform
Karanlık Mod