đá ong
/ʔɗaː˧˦ ʔawŋ͡m˧˧/
VIETNAMCA → TR
Tanım
•laterite
Diğer Dillerde
Yunancaλατερίτης
στρώμα του εδάφους ή του υπεδάφους με μεγάλη περιεκτικότητα σε οξείδια ή υδροξείδια του σιδήρου ή του αργιλίου, χρήσιμο στην παραγωγή τούβλων ή στις στρώσεις δρόμων, αλλά και πρώτη ύλη στην παραγωγή σιδηρονικελίου (όταν περιέχει οξείδιο του νικελίου)
Lehçelateryt
Fincelateriitti /ˈlɑteriːtːi/
laterite
çekim: çoğul lateriitit · tamlayan lateriitin
köken: Internationalism (see English laterite). Contains the suffix -iitti.