усовещивать
RUSÇA → TR
Tanım
•стыдить, стараясь привести к осознанию проступка и раскаянию
Diğer Dillerde
İspanyolcaexpostular
Yunancaδιαμαρτύρομαι, επιτιμώ
αποδοκιμάζω (έμπρακτα ή με λόγια) κάτι που θεωρώ άδικο και εκφράζω την αντίθεσή μου σ’ αυτό
miwhakatāmaramara