•ритор., устар. подлинный, прирождённый, настоящий (при обозначении профессии лица, обладающего особым талантом в области своей профессии, в своем мастерстве); то же, что милостью Божией, то же, что Божьей милостью
παγιωμένη φράση που δηλώνει ότι η εξουσία ή η ιδιότητα κάποιου αποδίδεται σε θεία βούληση, ενώ κατ’ επέκταση χρησιμοποιείται και ειρωνικά για προνόμιο ή εύνοια που προκύπτει «άνωθεν» ή μέσω ισχυρής στήριξης
by the Grace of God (considered to have been chosen for the role by the will of God) · by the Grace of God (talented but not educated in a particular field)