καθετί που χρησιμεύει για σύνδεσμο (ζεύξη) δυο πραγμάτων· (ειδικότερα) κατασκευή που συνδέει δυο ακτές, όπως πλωτό ή μόνιμο φράγμα, γέφυρα, πρόχειρη αποβάθρα από σχεδίες ή βάρκες κ.τ.π.
Etymology tree Proto-Indo-European *yewg-der. Ancient Greek ζεύγνῡμι (zeúgnūmi) Proto-Indo-European *-mn̥ Ancient Greek -μα (-ma) Ancient Greek ζεῦγμα (zeûgma)bor. Latin zeugmalbor. Polish zeugma Learned borrowing from Latin zeugma.