fotorealizm
LEHÇE → TR
Tanım
•sposób malowania obrazów, mających sprawiać wrażenie, że są fotografiami; malarstwo charakteryzujące się fotograficzną dokładnością
Diğer Dillerde
AlmancaFotorealismus
Yunancaφωτορεαλισμός
αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων ή χώρων με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή με έμφαση σε λεπτομέρειες που αφορούν τα υλικά, τα χρώματα ή τον φωτισμό
Macarcafotórealizmus