που έχει ειδικές επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις και καλείται να εξετάσει μια κατάσταση, να δώσει τη γνώμη του καθώς και να εκτιμήσει την έκταση μιας ζημιάς και το κόστος της αποκατάστασής της
Etymology tree Proto-Slavic *běglъ Polish biegły Proto-Indo-European *-h₂ Proto-Indo-European *-éh₂ Proto-Balto-Slavic *-āˀ Proto-Slavic *-a Old Polish -a Polish -a Polish biegła From biegły + -a.