lazzarista

İTALYANCA → TR

Çekim Tablosu

çoğullazzaristi

Tanım

•Lazarist

Diğer Dillerde

Fransızcalazariste
Lazarist
çekim: çoğul lazaristes
приверженец католического мужского ордена Конгрегация миссий
καθολικός μοναχός του τάγματος του αγίου Βικεντίου με έδρα τη εκκλησία του αγίου Λαζάρου στο Παρίσι, που σκοπό έχει τη φροντίδα των αδυνάτων και την εξάπλωση της Καθολικής πίστης

Etimoloji

Calque of French lazariste, from lazzaro (“lazar, leper”) + -ista (“-ist”).

Eş & Zıt Anlamlılar

Eş anlamlılar