/fo.to.d͡ʒe.ni.t͡ʃiˈta/dişil
İTALYANCA → TR
Diğer Dillerde
photogenicity
köken: fotogen + -ität
η ιδιότητα κάποιου να βγαίνει όμορφος στις φωτογραφίες, ίσως και πιο όμορφος από την πραγματικότητα
Etimoloji
From fotogenic(o) (“photogenic”) + -ità (“-ity, -ness”).