slaviser
/sla.vi.ze/
FRANSIZCA → TR
Çekim Tablosu
geçmişslavisé
ortaçslavisé
şimdikislavise
ulaçslavisant
Tanım
•to make Slavic or more Slavic
Diğer Dillerde
Yunancaεκσλαβίζω
επιδρώ σε κάποιον (με ήπια ή βίαια μέσα) και τον μετατρέπω σε Σλάβο ως προς τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τις συνήθειες κ.ά.
Etimoloji
From slave + -iser.