/ɔk.si.mɔ.ʁik/FRANSIZCA → TR
Diğer Dillerde
oxymoronic
köken: From ossimoro + -ico.
αντιφατικός, που οι ενέργειες ή οι ιδιότητές του δεν μπορούν λογικά να συνυπάρχουν, φαινομενικά μωρός πράγματι όμως λίαν ευφυής.
przeciwstawny sam sobie, wewnętrznie sprzeczny
Etimoloji
From oxymore + -ique.