athermique

/a.tɛʁ.mik/
FRANSIZCA → TR
Tanım
•athermic, athermal
Diğer Dillerde
που δεν επιτρέπει τη διέλευση θερμότητας ή θερμικής ακτινοβολίας
Katalancaatèrmic
Etimoloji
From a- + thermique.