το αποτέλεσμα και η ενέργεια του κωδικοποιώ, η μετατροπή κάποιων στοιχείων με τρόπο ώστε αυτά να είναι πιο ταξινομημένα (με την έννοια της τακτοποίησης και της κατηγοριοποίησης)
codification, the act of putting something into writing (said particularly of rules or decisions)
çekim: geçmiş 成文化した
köken: Either from Middle Chinese 成文化 (chéngwénhuà), or derived as a regular compound of 成文(せいぶん) (seibun, “written material, writing”) + 化(か) (-ka, “-ification”).