Diğer Dillerde
epiphenomenon · secondary phenomenon · byproduct
çekim: çoğul épiphénomènes
köken: From épi- + phénomène.
καθετί φαινόμενο, κοινωνικό ή φυσικό, που γίνεται αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις (χωρίς να σημαίνει πως αγγίζεται η βαθύτερη αιτία του)
zjawisko poboczne, towarzyszące temu głównemu, ale nieoddziałujące na nie