Selbstzweifel
/ˈzɛlpstˌt͡svaɪ̯fl̩/
eril
ALMANCA → TR
Çekim Tablosu
çoğulSelbstzweifeln
tamlayanSelbstzweifels
Tanım
•self-doubt
Diğer Dillerde
Yunancaαυτοαμφισβήτηση
η ενέργεια του αυτοαμφισβητούμαι, η ενέργεια αυτού που αμφισβητεί τον ίδιο του τον εαυτό ως προς τις ικανότητές του
Etimoloji
selbst + Zweifel