Diğer Dillerde
irrationalism
çekim: çoğul irracionalismos
köken: From irracional + -ismo.
φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία η λογική έχει περιορισμένες δυνατότητες για την κατάκτηση της γνώσης, καθώς απαιτούνται επιπλέον η διαίσθηση, το ένστικτο, η ενόραση κ.λπ.
eş: ανορθολογισμός
irrationalism
çekim: tamlayan irracjonalizmu